Καθυστερημένο (μεταφορικά και κυριολεκτικά) γράμμα στον Άη – Βασίλη:
“Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,
Θα ήθελα καταρχήν να σου ζητήσω συγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά μου απέναντι σου προτού από μερικές εβδομάδες, η οποία εκδηλώθηκε με μια ανεκδιήγητη ανάρτηση και η οποία οφείλω να ομολογήσω ότι οφειλόταν καθαρά στην ψυχολογική πίεση και στο στρες των ημερών των Χριστουγέννων, τα οποία ως γνωστόν μετά από άπειρες μελέτες που έχουν γίνει, προκαλούν ποικίλα αρνητικά συναισθήματα και οδηγούν μέχρι και στην αύξηση των αυτοκτονιών. Θέλω σε παρακαλώ να καταλάβεις ότι όταν σου έλεγα να πας να γαμηθείς, δεν το εννοούσα απαραίτητα με την κακή έννοια, αλλά μάλλον περισσότερο με την καλή και –μεταξύ μας τώρα – με τα κιλάκια σου και την ηλικία σου, δεν πρέπει να βλέπεις πολύ συχνά τέτοιες χαρές, οπότε το είπα καλοπροαίρετα και πρέπει να το δεχτείς σαν ευχή. Ο λόγος που σου γράφω έστω και αργά αυτό το γράμμα, είναι για να μπορέσω καταρχήν να διορθώσω αυτή την πασιφανέστατη παρεξήγηση ανάμεσα μας και για να σου ζητήσω έπειτα όσο πιο ταπεινά μπορώ να μου φέρεις ένα από τα παρακάτω δωράκια. Ξέρω ότι η ονομαστική μου εορτή αργεί ακόμα και επειδή δεν έχω υπομονή να περιμένω να περάσουν τρεις μήνες μέχρι να έρθει, θα σε παρακαλέσω με δεδομένο ότι αυτές τις γιορτές δεν μου έφερες τελικά κάτι λόγω της ψύχρας που υπήρχε ανάμεσα μας, να μου φέρεις σε παρακαλώ τώρα κάτι από τα παρακάτω, ότι θέλεις εσύ.(Με όλο τον σεβασμό σου το λέω, και ΌΛΑ τα παρακάτω να μου φέρεις, εμένα προσωπικά δεν θα με στεναχωρήσεις καθόλου). Σημείωσε λοιπόν σε παρακαλώ:
Θα ήθελα καταρχήν ένα κιβώτιο από την
La Maleτου JeanPaulGaultier. Ξέρω ότι η ποσότητα θα σου φανεί κάπως υπερβολική, αλλά επειδή αυτή που έχω σχεδόν μου έχει τελειώσει και επειδή είναι πραγματικά φανταστικό άρωμα θα ήθελα να το έχω σε μεγάλη ποσότητα. Επίσης πρέπει να σε ενημερώσω ότι το συγκεκριμένο άρωμα έχει βγάλει μια τρελή χημεία με το δέρμα μου, με αποτέλεσμα επάνω μου να μυρίζει σχεδόν απόκοσμα, πράγμα που οδηγεί σε ομαδικές υστερίες του γυναικείου πληθυσμού από τα μέρη από τα οποία περνώ. Για να σου το πω αλλιώς, οι Ρουβίτσες είναι πλέον παρελθόν, τώρα με αυτό το άρωμα υπάρχουν μόνο Κελεβρίτσες παντού.
Επόμενη επιλογή καλέ μου Άγιε, είναι το μικρό, χαριτωμένο και διακριτικό αυτό ρολόιτης TagHauer. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου και θα σου πω ότι αυτό είναι ένα πολύ ακριβό μοντέλο, αλλά επειδή ξέρω ότι ήσουν πάντα υπεράνω χρημάτων, αυτό δεν θα αποτελέσει εμπόδιο στην διάθεση σου να μου προσφέρεις αληθινή χαρά.
Εάν τώρα δυσκολευτείς για κάποιο λόγο με το ρολογάκι αυτό μην μου στενοχωριέσαι σου έχω άλλη ιδέα. Θα ήθελα σε παρακαλώ να μου φέρεις όλη την δισκογραφία των Archiveσυμπεριλαμβανομένων και όλων των singles, b-sides, ep’sκαι γενικότερα οτιδήποτε υπάρχει από αυτό το συγκρότημα. Σου έχω εξηγήσει και στο παρελθόν νομίζω ότι έχω πάθει σχεδόν ψύχωση με αυτή την μπάντα και ότι κατά την γνώμη μου είναι ότι καλύτερο υπάρχει στο μουσικό στερέωμα παγκοσμίως αυτή την στιγμή. Θα σε μαλώσω, δεν ακούω κουβέντα. Είναι μακράν οι καλύτεροι. Τελεία.
Άλλη μια επιλογή που έχεις και η οποία θα βελτιώσει πιστεύω κατά πολύ την επικοινωνία μεταξύ μας είναι και αυτότο οποίο θα μου άρεσε επίσης πολύ σαν ένα μικρό συμβολικό δωράκι. Εάν δεν μπορέσεις να το βρεις εύκολα, να ξέρεις ότι εξίσου καλή δουλειά και με τα ίδια θετικά αποτελέσματα επάνω μου κάνει και αυτό.
Νομίζω ότι καταλαβαίνεις και μόνος σου βέβαια, ότι όλα τα παραπάνω για σένα με τις δυνάμεις που έχεις δεν είναι απολύτως τίποτα. Επειδή μάλιστα το νιώθω κι εγώ ότι πραγματικά στεναχωρήθηκες και εσύ πολύ με την μεταξύ μας παρεξήγηση και θέλεις κι εσύ να με κάνεις αληθινά χαρούμενο, θα δυο δώσω και την εξής επιλογή: θα γίνω πραγματικά άλλος άνθρωπος αν συντροφεύω αυτή την κυρία. Για να το κάνω μάλιστα ακόμα πιο εύκολο και να σε πείσω στα σίγουρα να μου την φέρεις για δώρο, ορίστε, θα σου την δείξω και από πίσω. Ομορφιά ε?
Επίσης, τώρα που σου μίλησα για αυτή την κυρία, να ξέρεις ότι κάποια άλλα μέλη της οικογενείας της, συχνάζουν κάποια σαββατοκύριακα σε κάτι παραθαλάσσια μέρη και διοργανώνουν κάτι ωραίες εκδηλώσεις, με πολύ “ήχο” και πολύ κόσμο. Μεγάλη χαρά θα μου έδινες αν μου έκανες δώρο και ένα εισητήριογια εκεί.
Εάν τώρα, εάν λέω για τον οποιοδήποτε λόγο δεν μπορείς να μου κάνεις κάποιο από τα παραπάνω δώρα, θα ήθελα τουλάχιστον να μου φέρεις κάνα δυο ποτηράκια, ή μάλλον καλύτερα τα κλειδιά από κάνα δυο κάβες που θα έχουν από αυτό το μπουκάλιέτσι ώστε να μπορέσω να πνίξω αξιοπρεπώς την στεναχώρια μου που και πάλι δεν μου έφερες τίποτα (και με αυτό το σκεπτικό βέβαια και με όλο το συμπάθιο δηλαδή, η προηγούμενη ανάρτηση που σου έλεγα να πας να γαμηθείς σου ταιριάζει τελικά μια χαρά).
Τέλος, επειδή μόλις θυμήθηκα ότι πριν από κάποιο καιρό ο αγαπημένος κατά τα άλλα Κος Spy είχε σκαρώσει μια λίστα με δώρα αν θυμάμαι καλά κι επειδή αυτός είναι λίγο κομπλεξικός και νομίζει ότι αυτός τα κάνει όλα καλύτερα και ότι είναι ο πιο έξυπνος και ο πιο καλός στο ίντερνετ, θα ήθελα σε παρακαλώ να μου φέρεις για δώρο τον καλύτερο δικηγόροπου υπάρχει στον πλανήτη γιατί όπως το βλέπω πάλι στα δικαστήρια θα τραβιέμαι με αυτόν τον – συμπαθέστατο κατά τα άλλα – μπλόγκερ, που τελευταία μου ρίχνει και κάτι απειλές.
Δεν θα ήθελα να σε κουράσω άλλο καλέ μου Άγιε. Θα κλείσω λέγοντας σου ότι χάρηκα που σου μίλησα και ότι περιμένω με αγωνία τα δώρα σου. Να ξέρεις ότι εγώ δεν κρατάω κακίες και για να σου το αποδείξω σου αφιερώνω και αυτό το τραγουδάκι που βάζω λίγο παρακάτω. Να θυμάσαι ότι το αν θα πας τελικά να γαμηθείς, είναι κάτι που εξαρτάται μόνο από εσένα και από την ανταπόκριση σου στις παραπάνω μου ευχούλες. Επίσης, χωρίς να θέλω να γίνω κακός, να ξέρεις ότι αν δεν μου πάρεις τα παραπάνω, εγώ βασικά χέστηκα, αφού σε τρεις μήνες έχω την γιορτή μου και έχω πολύ καλούς φίλους που πρόθυμα θα τρέξουν να μου τα πάρουν αυτοί. Όπως και να έχει, εγώ σ αγαπώ.
Να δεις τι διάολο είπαμε ότι βάζουμε στις φακές λίγο πριν τελειώσει το βράσιμο τους, φύλλα δάφνης ή δενδρολίβανο; Να δεις ποιο μου έλεγε προχθές η Δημητρούλα ότι είναι το καλύτερο μέλι, το ανθόμελο ή το πευκόμελο; Να δεις τι λάδια είπαμε ότι παίρνει η μηχανή του αυτοκινήτου, 15-40 ή 10-35; Να δεις πως είπαμε ότι με λένε…;
Τα χάνω. Είναι γεγονός. (Fact!). Λίγο η ηλικία, λίγο οι σκοτούρες, λίγο το κρασί, η θάλασσα και τ’ αγόρι μου (!), ένα είναι βέβαιο. Τα χάνω. Ο σκληρός, αργά αλλά σταθερά κρασάρει και οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη κατάρρευση του συστήματος. Η μνήμη δεν φτάνει ούτε για τα βασικά και έχω γίνει χειρότερος και από αυτό το διάσημο μαλακισμένο χρυσόψαρο και την περιβόητη μνήμη του. Το χειρότερο όλων; Όσο και να με έχω ψηλαφίσει, όσο και να έχω κοιταχτεί γυμνός στον καθρέφτη, δεν βρίσκω επάνω μου το μαγικό κουμπάκι της επανεκκίνησης. Να σβήσουν για λίγο όλα και να ξαναμπούν στην σωστή σειρά. Τα βασικά για αρχή –ποιος είμαι, πως με λένε, που πάω – και τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα στην συνέχεια – πώς μπορείς να κάνεις ποδήλατο διαβάζοντας ταυτόχρονα εφημερίδα, πώς το φαι μπαίνει μόνο του στην κατσαρόλα και σε φωνάζει να το φας μόλις είναι έτοιμο, πώς μπορείς να έχεις πάντα έτοιμη παγωμένη μπύρα και ποπ κορν για τον Σταυράκη να τον περιμένουν πριν καν χτυπήσει το κουδούνι – και άλλες τέτοιες απλές καθημερινές καταστάσεις. Να μπουν σε μια σειρά, αυτό πρέπει να γίνει. Κι ένα καλό επιτέλους ξεκαθάρισμα: Εσύ κυρία μου, ανήκεις πια στο παρελθόν, σε αγαπάω, σε λατρεύω και θα συνεχίσω για πολύ καιρό να νιώθω έτσι για σένα, αλλά είσαι πια παρελθόν, πάει και τελείωσε. Εσύ κυρία μου, είσαι παρόν, καλώς όρισες, νομίζω ότι με λίγη προσπάθεια και κάνα δυο μικρές αλλαγές θα την περάσουμε φίνα. Θα βοηθήσουν και τα τσακαλάκια μου σε αυτό, ήδη το κάνουνε με το χιούμορ τους και με την στάση τους γενικότερα απέναντι σου και απέναντι μου. Εσύ όμορφο μου σπίτι, να συνεχίσεις να στέκεσαι εκεί στο ίδιο σημείο, ψηλό και περήφανο μέσα στα λουλούδια και τα δέντρα και ίσως μια μέρα να έρθω πάλι να σε ξαναδώ και να ξαναθυμηθώ την όμορφη ζωή που είχα εκεί. Εσύ γλυκιά μου Λουσίτσα, να συνεχίσεις να το προστατεύεις το σπίτι αυτό και τους ανθρώπους που μένουν εκεί και κυρίως τον μικρό μου μπομπιράκο. Βασίζομαι σε εσένα, ξέρω ότι όποιος τον πειράξει δεν θα γλυτώσει από τα δόντια σου. Τώρα όμως είστε παρελθόν. Και τώρα έχω ένα άλλο καινούργιο παρόν. Αν και… να δεις πως είπαμε πως με λένε…;
Για το τέλος, θέλω μόνο αυτό να σου πω:
Μες του κορμιού σου την δροσιά, θα πιω το καλοκαίρι
Μαζί σου η Γη και ο Ουρανός, χορεύουν χέρι χέρι….
Δεν λυπάμαι τελικά γιατί το έζησα κάποτε και τελείωσε. Χαίρομαι γιατί είχα την τύχη και την ευλογία να το ζήσω. Μεγάλη υπόθεση να νιώθεις έτσι. Και κάτι μου ψιθυρίζει ότι μάλλον θα το ξαναζήσω όλο αυτό. Με άλλα μάτια.
Κάπου, σε κάποιο σημείο του μυαλού μου, υπάρχει η εικόνα μιας γαλοπούλας παραγεμισμένης με ρύζι, κουκουνάρια, συκωτάκι και μπαχαρικά. Παράξενη εικόνα, αναρωτιέμαι γιατί υπάρχει μέσα στον εγκέφαλο μου. Μάλλον γιατί είναι Χριστούγεννα. Μα, αν δεν κάνω λάθος δεν είναι Χριστούγεννα… Χα, κι όμως μόλις είδα ότι το ημερολόγιο του υπολογιστή δείχνει 26 Δεκεμβρίου. Άρα, χθες ήταν όντως Χριστούγεννα, δεν μου δίνει λάθος σήματα ο εγκέφαλος μου…. Αλλά, θα επιμείνω ρε γαμώτο, χθες ΔΕΝ ήταν Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα ήταν αλλιώς, αποκλείεται να κάνω λάθος σε αυτό. Είχαν πάντα πολύ φως μέσα σε όλο το σπίτι. Είχαν μυρωδιές ατελείωτες που σε ζάλιζαν από την ένταση τους. Είχαν πρωινό εγερτήριο πολύ νωρίς για να προλάβουμε να κοινωνήσουμε στην πρώτη λειτουργία της εκκλησίας. Είχαν την μαμά να σιδερώνει τα καλά μας ρούχα για την εκκλησία. Είχαν πολύ κόσμο μέσα στο σπίτι. Είχαν ένα εκνευριστικό τηλέφωνο να χτυπάει ανά πέντε λεπτά από ανθρώπους που ήθελαν να μας δώσουν ευχές. Είχαν ένα μεγάλο τραπέζι με άπειρα φαγητά που όλα είχαν την γεύση Της, την πιο όμορφη γεύση που υπήρξε ποτέ σε αυτό τον γαμημένο πλανήτη. Είχαν γλυκά και καφέ. Είχαν δώρα.
Χθες, δεν ήταν Χριστούγεννα, είμαι απόλυτα σίγουρος πια για αυτό.
Χθες ήταν καλοκαίρι. Κατακαλόκαιρο. Εγώ ήμουν καθισμένος σε μια αναπαυτική ξαπλώστρα κάτω από μια τέντα από μπαμπού για να μην με χτυπάει ο ήλιος. Είχε πολύ έντονο ήλιο χθες, καιγόσουν αμέσως αν καθόσουν λίγο παραπάνω κάτω από τις ακτίνες του. Χθες μύριζα καρύδα, το αγαπημένο μου άρωμα σε αντηλιακό. Χθες βουτούσα τα πόδια μου μέσα σε χρυσαφένια ψιλή άμμο και άφηνα το βλέμμα μου να ταξιδέψει στον γαλάζιο ορίζοντα που είχα μπροστά μου. Χθες άκουγα μόνο τον ήχο του ανέμου που έγλειφε το κύμα καθώς αυτό πλησίαζε την ακτή. Κάπου από το βάθος μόνο, ακουγόταν πολύ απαλά μια ταξιδιάρικη μελωδία. Mobyνομίζω, αν άκουγα καλά. Μάλλον θα ερχόταν από κανένα beachbarπου δεν πρόσεξα νωρίτερα ότι υπήρχε. Χθες κρατούσα στα χέρια μου μόνο ένα ποτήρι ρούμι, με πολύ πάγο μέσα του. Χθες είχα τα μάτια κλειστά και απολάμβανα την ζεστασιά ενός δυνατού ήλιου και την δροσιά ενός παγωμένου ποτού.
Χθες ήταν κατακαλόκαιρο, είμαι απόλυτα σίγουρος πια για αυτό.
Ωπα, ένσταση, pauseμισό λεπτό. Αν όντως είναι κατακαλόκαιρο, τι κάνει αυτός ο μαλάκας Αγιο-Βασίλης ακριβώς δίπλα μου? Μάστορα σε φώναξε κανείς στην παραλία μου? Επίσης ήθελα από καιρό να σου πω ότι αυτό το κόκκινο που φοράς, δεν σε κολακεύει τελικά καθόλου. Του χρόνου δοκίμασε κάτι σε μωβάκι. Τι? Ήρθες να μου φέρεις το Χριστουγεννιάτικο μου δώρο? Εντάξει, το στρέχω αυτό που λες. Ήμουν άλλωστε καλός (μαλάκας) την χρονιά που μας πέρασε, οπότε έχω το δικαίωμα για δώρο. Λοιπόν, άκου τι θέλω: θέλω να μου φέρεις πίσω τον άνθρωπο που εσύ και η παρέα σου μου πήρατε πριν από δέκα χρόνια, τον άνθρωπο που ήταν η ζωή μου. Τι? Δεν γίνεται αυτό, να ζητήσω κάτι άλλο? Πλάκα μας κάνεις ρε μάστορα, τι σκατά Άγιος είσαι? Άντε καλά. Θέλω…. χμμμ… ναι, το βρήκα. Θέλω να μου φέρεις πίσω τον άνθρωπο που με έκανε για πρώτη φορά μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια να πιστέψω ότι είμαι ζωντανός ξανά. Τι? Ούτε αυτό γίνεται? Παραδέξου το, με δουλεύεις έτσι? Χέσε με ρε μεγάλε που δεν έχεις την δικαιοδοσία να εκτελείς τέτοιες ευχές, αν ήθελες εσύ, έχεις βύσμα μέσα, θα μπορούσες να το κάνεις. Όχι ε?
Λοιπόν, άκου τότε τι θέλω: θέλω να πας να γαμηθείς και να αλλάξεις και το όνομα σου από Αη-Βασίλης σε Αη – Γαμήσου, αφού έτσι κι αλλιώς στην πράξη αυτό είσαι. Επίσης θέλω να πάρεις τον πούλο από την παραλία μου και να με αφήσεις να πιω με την ησυχία μου το ρούμι μου και να χαθώ πάλι στον γαλάζιο μου ορίζοντα. Τέλος θέλω του χρόνου να μην ξανακάνεις καν τον κόπο να σκάσεις μύτη από εδώ γιατί εγώ μπορεί πιθανότατα να είμαι το ίδιο καλός (μαλάκας) όπως αυτή την χρονιά που πέρασε, αλλά το δώρο μου θα πάω να το πάρω μόνος μου.
Όσο αντικειμενικός και αν προσπαθήσει να είναι κάποιος εξετάζοντας σφαιρικά τα γεγονότα, θα καταλήξει χωρίς αμφιβολία στο ίδιο συμπέρασμα: το 2009 ήταν μια σκατένια χρονιά.
Όχι;
Κι όμως…
Μέσα σε αυτό το έτος, μας επισκέφτηκε από το πουθενά ένας νέος φονικός(;) ιός, ο Η1Ν1. Ένα Airbus 320 έπεσε μέσα στον ποταμό Χάτσον της Νέας Υόρκης. Σεισμός 6,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ ισοπέδωσε την πόλη L’ Aquilaτης Ιταλίας, αφήνοντας πίσω πολλά θύματα και πολύ περισσότερες πληγές. Πέθανε ο MichaelJackson (το τραγικό βέβαια αυτής της είδησης δεν είναι ο θάνατος, αλλά το ”ξετίναγμα” του γεγονότος από την κάθε καθυστερημένη που θεωρούσε ότι παρουσίαζε “ρεπορτάζ” στην εμετική μεσημεριανή εκπομπή της) . Ο Φελίπε Μάσα έφαγε ένα μπουλόνι ΝΑ (με το συμπάθιο) στην κεφάλα του, το οποίο αφού του τρύπησε το κράνος, τον έστειλε θεατή στο δεύτερο μισό της σεζόν της Formula1, με αποτέλεσμα χωρίς τις υπηρεσίες του, η περσινή πρωταθλήτρια Ferrari, μόλις και μετά βίας να τερματίσει στην τέταρτη θέση.(συγνώμη που σας το θύμισα Κε Spyμου, το ξέρω ότι πονάει ακόμα).Τα λιγοστά δεντράκια που είχαν απομείνει γύρω από την πόλη της Αθήνας, μας αποχαιρέτισαν οριστικά το καλοκαίρι που μας πέρασε. Το Twitterεισέβαλλε στους υπολογιστές όλων μας, και το κυριότερο, βγήκε στο σινεμά η ταινία “2012” και τώρα έχουμε πλέον και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, ότι σε τρία χρόνια από τώρα, θα καταλήξουμε όλοι στον πάτο της θάλασσας.
Εγώ πάλι σε προσωπικό επίπεδο, ανέλαβα αυτή την χρονιά νέα διοικητικά καθήκοντα στην δουλειά (το γράφω επίτηδες έτσι για να δώσω περισσότερη έμφαση, το ίδιο ξύσιμο ρίχνω), με πολύ περισσότερες ευθύνες και τρέξιμο, πράγμα που με οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην παράνοια (πράγμα το οποίο είναι εμφανέστατο άλλωστε από τις προηγούμενες αναρτήσεις). Σε συναισθηματικό τώρα επίπεδο, κατάφερα μέσα σε αυτή την χρονιά να χρησιμοποιήσω και τα τελευταία αποθέματα ψυχής και ελπίδας που είχα μέσα μου για να σώσω αυτό που τόσο αγάπησα, αλλά τελικά κατέληξα στο πάρκο της γειτονιάς να τρώω πασατέμπο μαζί με τους μπούφους (ναι καρδιά μου, το ξέρεις ότι σε αγαπάω ακόμα, αλλά μια καούρα την έχω στο στομάχι πώς να το κάνουμε, ήταν κομματάκι βαρύ αυτό που έτρωγα τόσο καιρό και για τους δυο μας…)
Παραδόξως όμως….
υπάρχει ένα κομμάτι του εγκεφάλου μου που εδώ και κάποιες μέρες έχει αρχίσει να πετάει σπινθήρες αισιοδοξίας. Κάτι μου λέει ότι το 2010 θα είναι μια καλύτερη χρονιά. Μια χρονιά που θα κοπούν οι κακές συνήθειες του παρελθόντος (για το κάπνισμα μιλάω, όχι για την καλή μου-μην μπερδεύεστε) και που τα παλιά λάθη θα γίνουν συμβουλάτορες για τις νέες περιπέτειες που έρχονται. Μια χρονιά κομματάκι πιο δυναμική από αυτήν που πέρασε. Και, ναι Κε Spyμου, μια χρονιά που με την έλευση του Alonso, η Ferrariθα μαμήσει πάλι…
Κι επειδή ως γνωστόν είμαι εντελώς σάικο με την μουσική και έμαθα κάθε τι γύρω μου να το επεξεργάζομαι και να το αντιλαμβάνομαι καλύτερα με την βοήθεια του ήχου, λέω να αποχαιρετήσω αυτή την χρονιά με το παρακάτω τραγουδάκι. Εάν έχετε την ευγενή καλοσύνη, μπορείτε να πατήσετε το “play” λίγο παρακάτω. Εύχομαι να σας ταξιδέψει η εξαιρετική αυτή μουσική.
Μου το έμαθε κάποιο βράδυ ένας από τους καλύτερους μου φίλους, ένα από τα ξεχωριστά αδέρφια που έχω την τύχη να έχω, και με τα οποία μπορεί να μην κυλά το ίδιο αίμα στις φλέβες μας, αλλά τα όσα μαζί νιώσαμε, θα μας κρατήσουν δεμένους για μια ζωή.
Μου το έμαθε κάποιο βράδυ ένας από τους αδερφούς μου.
Χρειάστηκε πολύ λίγη ώρα για να το αγαπήσω αληθινά.
Και τώρα, κοιτάζοντας το καράβι παραδομένο στα κύματα και την Θάλασσα γύρω του να το αγκαλιάζει ασφυκτικά, με τα πλήκτρα του πιάνου να μου γρατζουνάνε χωρίς έλεος την ψυχή, μόνο ένα πρόσωπο έρχεται μπροστά στα μάτια μου ξανά και ξανά.
Εσύ.
Και όσα μαζί σου πήρες φεύγοντας.
Όσα δεν είναι πια κομμάτι της δικής μου ζωής.
Όσα δεν θα περάσει ούτε μια μέρα που η απουσία τους δεν θα πάψει να μου γρατζουνάει χωρίς έλεος την ψυχή.
Να ανέβει ήθελε. Ψηλά . Σε μια βουνοκορφή. Σε έναν λόφο επάνω. Στην ταράτσα του σπιτιού του. Του έκανε κι αυτή. Να ανέβει ψηλά ήθελε.
Να βάλει μουσική ήθελε. Να έχει δυο τεράστια ηχεία και να βάλει μουσική ήθελε. Να τραγουδήσει. Να ουρλιάξει. Να κλείσει η φωνή του ήθελε. Να βγάλει ότι είχε μέσα του ουρλιάζοντας το αγαπημένο του τραγούδι. Να το φωνάξει τόσο δυνατά που να τον ακούσουν όλοι ήθελε. Οι διάβολοι μέσα στα έγκατα της γης. Και οι άγγελοι ψηλά στον ουρανό ήθελε.
Να βάλει φωτιά και να τα κάψει όλα ήθελε. Να μην αφήσει τίποτα όρθιο. Να τα κάψει όλα ήθελε. Να καεί και ο ίδιος εκεί μέσα ήθελε.
Να γίνει για λίγο υπερήρωας ήθελε. Να φορέσει την βαριά μαύρη στολή του ήθελε. Να πετάξει ψηλά στον ουρανό, να πάρει φόρα και να πέσει σαν βολίδα επάνω σε εκείνη την γειτονιά ήθελε. Να τα ισοπεδώσει όλα ήθελε.
Να μην κάνει για μια νύχτα το καλό, να μην τιμωρήσει τους κακούς. Να γίνει αυτός κακός ήθελε. Να πάρει εκδίκηση ήθελε.
Να τα σβήσει όλα ήθελε. Να τα ξαναγράψει πάλι από την αρχή, με άλλα χρώματα και άλλες μπογιές αυτή την φορά ήθελε.
Όλοι θυμόμαστε τα παραμύθια της παιδικής μας ηλικίας: Το γοβάκι ταίριαξε στο πόδι της Σταχτοπούτας, ο Βάτραχος έγινε Πρίγκιπας, η Ωραία Κοιμωμένη ξύπνησε με ένα φιλί. Μια φορά κι έναν καιρό και μετά έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Παραμύθια… Ονειρεμένες καταστάσεις.
Το πρόβλημα είναι, πως τα παραμύθια δεν βγαίνουν αληθινά.
Όμως κάποιες άλλες ιστορίες, αυτές που ξεκινούν με σκοτεινές και βροχερές νύχτες και τελειώνουν με ένα ποτό στο χέρι και ένα μήνυμα “δεν θα προλάβω”, είναι οι εφιάλτες που πάντα γίνονται πραγματικότητα.
Αυτόν που εφηύρε την φράση “Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”, πρέπει να τον πάρει ο διάολος.
Στην ζωή, ένα μόνο πράγμα είναι σίγουρο, εκτός από τον θάνατο και τους φόρους…
Ανεξαρτήτως του πόσο σκληρά θα προσπαθήσεις, ανεξαρτήτως του πόσο καλές είναι οι προθέσεις σου…
…θα κάνεις λάθη. Θα πληγώσεις ανθρώπους. Θα πληγωθείς.
Κι αν κάποτε θελήσεις να ανανήψεις, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μπορείς να πεις: συγχώρεσε και ξέχνα. Αυτό λένε.
Βέβαια, όταν κάποιος μας πληγώνει, θέλουμε να του ανταποδώσουμε. Όταν κάποιος μας αδικεί, θέλουμε να δικαιωθούμε.
Με την συγχώρεση, δεν λύνονται οι παλιοί λογαριασμοί. Δεν επουλώνονται ποτέ οι παλιές πληγές.
Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε, είναι ότι μια μέρα θα έχουμε την τύχη να ξεχάσουμε….
“Μια φορά κι έναν καιρό, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.”
Τα παραμύθια που πλάθουμε, είναι όλα όσα ονειρευόμαστε.
Τα παραμύθια δεν γίνονται πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι πιο δύσκολη, πιο μίζερη, πιο σκοτεινή, πιο απρόβλεπτη, πιο τρομακτική…
…και μάλλον πιο ενδιαφέρουσα από ένα ευτυχισμένο τέλος….
Κάθε πρωτοετής φοιτητής ιατρικής ξέρει ότι η ταχυκαρδία είμαι ένδειξη προβλημάτων. Η ταχυκαρδία μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε: από μία κρίση πανικού, μέχρι κάτι πολύ πιο σοβαρό. Μια καρδιά που φτερουγίζει, ή μία που παραλείπει έναν παλμό, μπορεί να είναι ένδειξη ενός κρυφού βασάνου. Ή μπορεί να είναι σημάδι έρωτα… που είναι το μεγαλύτερο μπέρδεμα από όλα.
Απ’ ότι φαίνεται δεν έχουμε κανέναν έλεγχο πάνω στην ίδια μας την καρδιά. Οι καταστάσεις αλλάζουν χωρίς προειδοποίηση.
Ο έρωτας μπορεί να κάνει την καρδιά να χτυπάει δυνατά. Όπως και ο πανικός. Και ο πανικός μπορεί να την κάνει να σταματήσει παγωμένη στο στήθος σου…
Δεν είναι να απορείς που οι γιατροί περνάνε τόσο χρόνο προσπαθώντας να κρατήσουν την καρδιά σταθερή.
Να χτυπάει αργά….
Σταθερά….
Ομαλά….
Προκειμένου να μην πεταχτεί η καρδιά από το στήθος μας από το φόβο για κάτι τρομερό….
Ζούσα βαφτισμένος στην απουσία σου. Κι η απουσία σου ήταν η πιο αστραφτερή παρουσία της ζωής μου. Όλα τα κατέλυε κι όλα τα αναγεννούσε από την αρχή σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις νέες: Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας. Αν κάθε κόσμος χρειάζεται τον ήλιο του για να τριγυρίζει γύρω του και να ρουφά ζωή, αυτό το δικό σου “’όχι” έγινε τώρα ο ήλιος του κόσμου μου και γύρω από αυτό γυρνούσε η ύπαρξη μου συνεχώς.
Σε νοσταλγούσα.
Η νοσταλγία δίνει στην ζωή ουσία και ανάταση. Αθωώνει τις ψυχές και ευαισθητοποιεί το δέρμα. Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό και ονειροπόλο. Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα, οιωνούς και υπαινιγμούς. Κυκλοφορούσα ανάμεσα σε σύμβολα και υπαινιγμούς, όλα γύρω από σένα κι αυτό μετάγγιζε στην καθημερινότητα μου ποίηση και συγκίνηση. Το ανούσιο σκηνικό της καθημερινότητας μου μεταποιήθηκε σε ένα μυστηριακό ιερογλυφικό που ξεκίνησα με ζήλο παθιασμένο να αποκρυπτογραφήσω. Όλα του βίου μου πήραν μια θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερωτηματικό της καρδιάς μου: Πότε θα ξανάρθεις;
Νοσταλγώντας σε γινόμουν όμορφος κι αδικημένος.
Η αίγλη του αδικημένου έριχνε στο πρόσωπο μου χλωμό φωτοστέφανο και με ξεχώριζε από όλους τους άλλους γύρω μου που κανείς καημός δεν εξάγνιζε το δικό τους βλέμμα.
Βαφτισμένη στην απουσία σου πήρε επιτέλους σκοπό η ζωή μου.
Ο κόσμος όλος, οι δρόμοι, τα γραφεία, τα δωμάτια του σπιτιού γίνανε οι χώροι που μόλις είχες φύγει αφήνοντας πίσω το δικό σου άρωμα. Ήμουνα το λαγωνικό μόνιμα πίσω από το άρωμα της αναχώρησης σου στραμμένο. Σε οσφραινόμουνα όσο μακριά κι αν βρισκόμουνα, σε οσφραινόμουνα παντού γιατί από παντού απουσίαζες.
Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ότι μας λείπει εγώ από την ώρα που μου έλειψες σε λάτρεψα. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν την σημασία που έχει η απουσία τους θα την χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους. Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.
Όμως εσύ είσαι σοφή.
Χωρίς να σκέφτεσαι μπορείς κι αισθάνεσαι, ίσως μάλιστα επειδή ακριβώς δεν σκέφτεσαι καταφέρνεις και νιώθεις τόσο βαθιά.
Εσύ έχεις την γνώση του πότε πρέπει να σιωπάς, πότε να φεύγεις, όπως στο καλό θέατρο ξέρουν πότε να ρίξουν την αυλαία ώστε να μείνει η παράσταση στους θεατές αλησμόνητη. Έριξες την αυλαία σου την πιο κατάλληλη στιγμή και μου έμεινες αλησμόνητη.
Τούτο το έγκαιρο φευγιό σου μ’ έκανε να αποξεχάσω κάθε ελάττωμα της μέχρι πριν παράστασής σου και να μου απομείνεις μόνο σαν αποχώρηση εκτυφλωτική, σαν δόξα.
Όλα μαζί τα χιλιάδες “ναι” που μου έλεγες την εποχή του δεσμού μας δεν μου έδωσαν την συγκίνηση εκείνου του μοναδικού σου “όχι” στο τέλος του. Το “όχι” σου σε αποθέωσε στα μάτια μου κι εκείνα τα “ναι” σου που καμιά φορά τα έκρινα με δυσφορία, δειλά και δουλικά, τώρα τα υπερτίμησα σε ψυχική περίσσια και τις υποχωρήσεις σου σε ευγενικό σθένος.
Η άρνηση σου σε αποθέωσε.
Μου έλειπες, όμως είχα πια την πείρα να κατανοώ την αξία κάποιων πόνων και να τους υπομένω με καρτερία, με ευχαριστία θα έλεγα.
Είχα πια την πικρή πείρα να αντιλαμβάνομαι την ωραιότητα της οδύνης από την ασχήμια μιας ευχαρίστησης. Να εμπιστεύομαι την ύπαρξη μου στα χέρια μιας τυραννίας χωρίς να φοβάμαι όσο παλιότερα.
Η απουσία σου γέμιζε την άδεια μου ζωή. Δεν υπήρχε κενό μέσα μου ή έξω μου που να μην κύλησε η απουσία σου σα πλημμύρα μπόρας και να το πλημμύρισε. Μήπως κι ο Θεός με την απουσία του δεν εμφανίζεται; απών σε προκαλεί να τον αναζητάς, να τον οραματίζεσαι και την έκσταση η ερημιά την φωτιάζει.
Απούσα έδωσες μορφή και στις άλλες γυναίκες γύρω μου. Απ’ την ανυπαρξία τις ανέδυες σε υπαρκτές. Όποια κι αν συναντούσα είχε τώρα σημασία για μένα. Από άσπρος τοίχος τα πρόσωπα τους και τα κορμιά τους αποκτούσαν χαρακτηριστικά συγκεκριμένα που καθόμουνα και παρατηρούσα με πρωτόφαντο ενδιαφέρον. Γιατί ήταν πρόσωπα και κορμιά που επιβάλλανε να τα συγκρίνω με τα δικά σου. Να μετρήσω ομοιότητες και διαφορές ανάμεσά σας. Στα μάτια, στα χείλη, στα δάχτυλα, στην κίνηση, στη φωνή.
Άσχετα από το οικτρό αποτέλεσμα, περιτριγυριζόμουνα επιτέλους από πρόσωπα που μου κινούσαν κάποιο ενδιαφέρον. Επιτέλους!
Και τα τηλεφωνήματα άλλαξαν.
Από φοβερή όχληση τα κουδουνίσματα μέσα στο σπίτι, ηχούσαν τώρα σαν πιθανός ευαγγελισμός. Γιατί, πάντα υπήρχε μια μικρή, μια ελάχιστη πιθανότητα, να τηλεφωνάς εσύ. Σαν την ελπίδα για το θαύμα που διαπερνά όπως αχτίδα το σκοτεινό βυθό της ρουτίνας μας και την κάνει υποφερτή.
Ποτέ, ποτέ η ζωή μου δεν είχε τόση αξία.
Έγινε πια μια ζωή ταγμένη, ταγμένη να σε νοσταλγεί και να σε αναμένει. Ήταν πια μια ζωή που μπορούσε να πονά. Λίγο το ‘χεις αυτό; Να μπορείς να πονάς! Αν αυτό δε μπορείς τίποτα δε μπορείς να περιμένεις από την ζωή σου, τίποτα δε μπορείς να στοχεύεις, τίποτα που να ελπίζεις να συμβεί. Στο τέλος τέλος δεν υπάρχεις.
Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ζωντανός από την απουσία σου, συνειδητοποιημένος απ’ την σιωπή σου. Ονειροπαρμένος, πληγωμένος, προσανατολισμένος στην αναμονή σου. Ήρωας τραγωδίας μικρής.Για πρώτη φορά ήξερα με σιγουριά τι θέλω: Να επιστρέψεις!
Μέτρησα και γνώρισα τις διαστάσεις μου, το κουράγιο μου, τις δυνατότητες μου, τις αποστάσεις που μπορεί να διανύσει η ματιά μου και η φαντασία μου, τα βάθη που μπορεί να με κατεβάσει η λύπη και να μην πνιγώ.
Πρόσεξα πόσες φορές χτυπά κατά μέσο όρο το τηλέφωνο τη μέρα, πόσα ποτήρια νερό καταναλώνω, πόσα βήματα είναι πάνω κάτω η βεράντα μου και χρονομέτρησα διάφορες διαδρομές. Μελέτησα τη γεωγραφία του μικρού μου κόσμου κι αυτή η μελέτη μετέβαλε τις ιδέες μου για πολλά πράγματα, ακόμα και για τον εαυτό μου. Η απουσία σου εφάρμοσε ένα μικροσκόπιο στο μάτι μου και θαμπωμένος ανακάλυπτα τη θαυμαστή σύσταση που μπορεί να έχουν οι λεπτομέρειες.
Αρχές χειμώνα, τελικά, ένα τηλεφώνημα ήταν δικό σου….
Εγώ που όλο αυτό τον καιρό με οδύνη χαρακτήριζα οποιοδήποτε κάλεσμα μονάχα σαν “Δεν είσαι εσύ ακόμα”, με παρατηρούσα να σε υποδέχομαι ψυχρά, με απάθεια, σαν τίποτα να μη συμβαίνει.
Καμιά μα καμιά αυτογνωσία μας δεν είναι ικανή να προβλέψει την αντίδραση μας κάποια δεδομένη ώρα όταν πράγματι αυτή η ώρα φτάσει.
Από τον τόνο της φωνής σου αισθάνθηκα πως ήσουν έτοιμη να γυρίσεις κοντά μου, έτοιμη να ζητήσεις συγνώμες και να δώσεις όρκους. Και τρόμαξα… Παρέδιδες όλα σου τα όπλα κι έκανες όλη την λαμπρή εξουσία πάσα σε μένα. Μου μεταβίβαζες το ξίφος της απόφασης για τη ζωή μας.
Η απουσία σου τερμάτιζε εδώ και η μαγεία της και η αξία της με εγκατέλειπαν απροετοίμαστο. Ότι ποθούσα περισσότερο μου προσφερόταν στο πιάτο με άπρεπη, άσεμνη ευκολία.
Γυρνούσες πάλι σε εμένα.
Η τραγωδία μου τελείωνε πιο κακόγουστα και κοινότυπα κι απ’ το αίσιο τέλος παλιάς ελληνικής ταινίας.
Κι εγώ που τώρα πια κάτι έχω μάθει περισσότερο για τις αλχημείες της παρανοϊκής μου ψυχής, αντέδρασα σαν κακομαθημένο κι εγωιστικό παιδί για να μη χάσω το πανάκριβο δώρο που αξιώθηκα. Για να μη μου λιώσει μέσα στην πλήξη της επιστροφής σου.
Μου είπες “Εντάξει, κέρδισες, θέλω ξανά να γυρίσω κοντά σου.”
Τούτη η νίκη μου δεν μ’ ενδιαφέρει πια, τούτη η ήττα σου δεν είναι αυτό που γυρεύω.
Και τώρα, σου είπα “όχι” εγώ, για να διαφυλάξω απ’ την παρουσία σου το πολύτιμο απόσταγμα της απουσίας σου….
Πριν καμιά διακοσαριά χρόνια, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος μοιράστηκε με τον κόσμο το μυστικό της επιτυχίας του:
“μην αφήνεις για αύριο” είπε, “αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα”.
Αυτός είναι ο άνθρωπος που εφηύρε τον ηλεκτρισμό. Θα νόμιζες ότι οι περισσότεροι από εμάς θα ακούγαμε αυτά που είχε να πει.
Δεν ξέρω γιατί αναβάλουμε κάποια πράγματα, αλλά αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι έχει να κάνει πολύ με το φόβο,
Το φόβο της αποτυχίας,
Το φόβο του πόνου,
Το φόβο της απόρριψης.
Μερικές φορές, ο φόβος αφορά απλά το να πάρεις μια απόφαση….
Γιατί, τι γίνεται αν κάνεις λάθος?
Τι γίνεται αν κάνεις ένα λάθος που δεν μπορείς να αλλάξεις?
Αυτός που διστάζει, είναι χαμένος. Δεν γίνεται να υποκριθούμε πως δεν μα τα έχουν πει. Όλοι έχουμε ακούσει τις παροιμίες, έχουμε ακούσει τους φιλόσοφους, έχουμε ακούσει τους παππούδες μας να μας προειδοποιούν για τον χαμένο χρόνο, έχουμε ακούσει τους ποιητές να μας παρακινούν να αδράξουμε την μέρα….
Κι όμως….
Μερικές φορές, από μόνοι μας, πρέπει να κάνουμε τα δικά μας λάθη. Πρέπει να πάρουμε τα δικά μας μαθήματα. Πρέπει να σπρώξουμε την πιθανότητα του “σήμερα” κάτω από το χαλάκι του “αύριο”. Μέχρι να μην μπορούμε άλλο. Μέχρι να καταλάβουμε επιτέλους τι εννοούσε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος:
Ότι το να ξέρουμε, είναι καλύτερο από το να αναρωτιόμαστε….
Ότι το να ξυπνάμε, είναι καλύτερο από το να κοιμόμαστε….
Κι ότι ακόμα και η μεγαλύτερη αποτυχία,
Ακόμα και το χειρότερο, το πιο σκληρό λάθος…
Είναι πολύ καλύτερο από το να μην προσπαθήσουμε ποτέ…..
“ Όταν έχουμε μια μεγάλη απώλεια, όλοι περνάμε μέσα από τα πέντε διαφορετικά στάδια του πένθους.
Την άρνηση, γιατί η απώλεια είναι τόσο αδιανόητη που δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι είναι αληθινή. Θυμώνουμε με τους πάντες. Με αυτούς που επιζούν… με τους εαυτούς μας.
Μετά διαπραγματευόμαστε.
Παρακαλάμε, εκλιπαρούμε.
Προσφέρουμε όλο μας το είναι. Την ψυχή μας…..
…ως αντάλλαγμα για μια ακόμα μέρα.
Όταν αποτυγχάνει και το παζάρεμα και ο θυμός είναι πολύς για να τον συγκρατήσεις…
…περνάμε στην κατάθλιψη.
Στην απόγνωση.
Μέχρι τελικά να αποδεχτούμε πως κάναμε ότι μπορούσαμε.
Τότε τα παρατάμε.
Τα παρατάμε και προχωράμε στην αποδοχή.
Το πένθος έχει πέντε στάδια.
Δείχνουν διαφορετικά στον καθένα αλλά είναι πάντα πέντε.
Ξύπνησε εκείνο το πρωί με το κεφάλι του βαρύ, τα μάτια του να δακρύζουν και την μύτη του να “τρέχει” σαν μαραθωνοδρόμος που προσπαθεί να γράψει ένα νέο παγκόσμιο ρεκόρ. “Όμορφα”, σκέφτηκε. “Μόνο αυτό μας έλειπε τώρα…”. Έπρεπε να κάνει άμεσα δύο ενέργειες: Η πρώτη, να ακυρώσει το ραντεβού που είχε προγραμματίσει για το μεσημέρι της ίδιας μέρας με φιλικό ζευγάρι κι εκείνη την γοητευτική ξανθιά, φίλη της γυναίκας του κολλητού του. “Μεγάλε για γνωριμία πας, δεν μπορείς να παρουσιαστείς σε αυτό το χάλι. Έχεις κι ένα υφάκι γενικότερα που συντηρείς με πολύ κόπο και που δεν πρέπει να σου το χαλάσει μια συναχωμένη μύτη…”. Η δεύτερη, να πεταχτεί μέχρι το πλησιέστερο φαρμακείο και να αγοράσει κάνα δυο τόνους από αναβράζοντα, ταμπλέτες, σιρόπια και κάψουλες για το συνάχι, τον πυρετό και τον βήχα που θα ακολουθούσαν. Πάντα ακολουθούσαν αυτά, ένα συνάχι – και ιδίως μαραθωνοδρόμος - δεν έρχεται ποτέ μόνο του. Τουλάχιστον όχι στην δική του ζωή.
Για το πρώτο, χρειάστηκε ακριβώς ένα τηλεφώνημα και περίπου δυόμιση λεπτά για να το ταχτοποιήσει: “Άκυρο το μεσημεριανό φίλε μου, είμαι σαν όρθιο γαμώτο, τα μάτια και η μύτη μου είναι κατακόκκινα κι εμείς σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να τρομάξουμε την κοπέλα, έτσι?”. “ Μα… το κανονίσαμε από μέρες, περιμένει να…”. “Έτσι….” Κλακ. Κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Για το δεύτερο, έβαλε τα παπουτσάκια του, το μπουφανάκι του και ξεκίνησε να περπατάει προς το φαρμακείο της γειτονιάς του. Τέσσερα στενά πιο κάτω από το σπίτι του ήταν. Για κάποιον λόγο, αποφάσισε να πάρει το διαγώνιο δρομάκι δίπλα στην αλάνα που έβγαζε ακριβώς πίσω από το φαρμακείο. Το “μυστικό στενάκι” όπως το είχαν βαφτίσει κάποτε. Χρόνος άφιξης: ένα λεπτό και δεκαοχτώ δευτερόλεπτα. Περπατούσε γρήγορα από μικρός. Και τότε, στρίβοντας από την αλάνα, έπεσε επάνω της. Στην κυριολεξία έπεσε επάνω της όμως. Για την ακρίβεια πήγε σχεδόν να την ρίξει στο πεζοδρόμιο με την σφοδρότητα που την χτύπησε στρίβοντας από την γωνία. Χρειάστηκαν μόλις τρία δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι μόλις τράκαρε με κάποιον και χρειάστηκαν μόλις δεκαοχτώ κλάσματα του δευτερολέπτου για να καταλάβει με ποια ακριβώς είχε συγκρουστεί. Έμεινε να την κοιτάζει άφωνος, βουβός τελείως και μουδιασμένος. Ένα όρθιο γαμώτο, στην κυριολεξία. Είχαν περάσει ακριβώς τέσσερις μήνες από τότε που οι δυο τους είχαν συναντηθεί για τελευταία φορά. “Εσύ… μα καλά, πως….” Ήταν το μόνο που κατάφερε τελικά να πει. Εκείνη δεν φαινόταν να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Σαστισμένη εξίσου, αλλιώς το είχε στο μυαλό της. Ήλπιζε ότι θα τον πετύχαινε σπίτι του, θα πήγαινε κατευθείαν να χτυπήσει το κουδούνι, αλλά αυτό την έπιασε κάπως απροετοίμαστη. Περίμενε σφοδρότητα σε αυτή την συνάντηση, αλλά συναισθηματική, όχι σωματική. Του τα είπε παρ’ όλα αυτά γρήγορα αυτά που είχε μέσα της. Με μιαν ανάσα, μονορούφι. Εκεί, μες την μέση του δρόμου. Για το ότι έκανε λάθος. Για το ότι της έλειπε. Για το ότι αν το θέλουν και οι δυο, υπάρχει πάντα περιθώριο για άλλη μια ευκαιρία. Για το ότι τον αγαπούσε κι ας μην του το είπε ποτέ τα τελευταία δύο από τα τρία χρόνια που ήταν μαζί. Για το ότι χωρίσανε γιατί πολύ απλά φοβόταν. Για το ότι θα έκανε επιτέλους κάτι με αυτό τον γαμημένο φόβο και θα κατάφερνε να τον διώξει από την καρδιά της. Δια παντός. Του είπε πολλά. Με μιαν ανάσα. Κι εκείνος την άκουγε μουδιασμένος μα με ένα γνώριμο γαργαλητό να φτερουγίζει μέσα στα σωθικά του. Αυτό που νιώθεις όταν καταλαβαίνεις ότι κάτι μεγάλο και σημαντικό πρόκειται να συμβεί. Το μόνο που έκανε τελικά ήταν να ανοίξει τα χέρια του και να την αγκαλιάσει. Κι εκείνη, δεν έχασε λεπτό. Έχωσε την φατσούλα της μέσα στο στήθος του όπως έκανε παλιά κι αφέθηκε εκεί. Εκείνος, την έσφιξε απαλά και ευτυχισμένος ξανά μετά από αρκετό καιρό, έκλεισε τα μάτια του. Την επόμενη στιγμή που τα άνοιξε, ήταν καθισμένος στην μεγάλη κούνια της βεράντας τους, στο σπίτι δίπλα στην Θάλασσα, έχοντας στην αγκαλιά του τον μπόμπιρα τους. Εκείνη, καθισμένη δίπλα του, άφησε για λίγο το βιβλίο που διάβαζε για να σηκωθεί και να τους φιλήσει τρυφερά και τους δύο, τους δυο ξεχωριστούς άντρες της ζωής της.”
Ξύπνησε μουσκεμένος από τον ιδρώτα και προσπάθησε για λίγο να προσαρμοστεί με το περιβάλλον. Έξω μόλις που ξεκίνησε να ξημερώνει. Σηκώθηκε και με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα για να πιει νερό. Ο λαιμός του ήταν εξαιρετικά στεγνός απόψε.
“Πάλι μαλακίες όνειρα έβλεπα, το στανιό μου μέσα…”, μουρμούρισε. “Ωραία, έχω και το ραντεβού το μεσημέρι, σαν σκατά θα είμαι πάλι…”
ΣΑΠ: συντομογραφία της λέξης Σαπίλα, ή αλλιώς τα αρχικά της ασθένειας ΣύνδρομοΑπόλυτηςΠαρακμής. Κύρια χαρακτηριστικά αυτού του συνδρόμου είναι η απόλυτη βαρεμάρα, η απουσία οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για τις καθημερινές λειτουργίες του οργανισμού, καθώς και η μορφολογία του εγκεφάλου του πάσχοντος η οποία θυμίζει αγνή παραδοσιακή χωριάτικη μπουγάτσα. Στο αντρικό φύλο, το σύνδρομο Σ.Α.Π είναι συνήθως αποτέλεσμα μιας κατεστραμμένης σχέσης με περίεργα επακόλουθα, όπως π.χ όταν η πρώην κάποιου μένει έγκυος από έναν άσχετο τον οποίο και παντρεύεται στην πορεία, ή όταν η πρώην κάποιου άλλου κάνει σχέση με έναν τύπο ο οποίος έχει το ίδιο όνομα με του προηγούμενου, αλλά τυγχάνει να είναι σαφέστατα πολύ πιο μάπας από αυτόν. Το σύνδρομο Σ.Α.Π συναντάται επίσης πολύ συχνά στους παντρεμένους άντρες και είναι αποτέλεσμα της καταπίεσης από την σύζυγο στα πλαίσια της “οικογενειακής ευτυχίας” που περνούν μαζί αλλά και από το γεγονός της έλλειψης κυρίως ελεύθερου χρόνου, η οποία λειτουργεί αποτρεπτικά στην προσπάθεια του να μπορέσει να κάνει αυτά που από παλιά ονειρευόταν. Τέλος, σπάνια μεν αλλά εξίσου υπαρκτή είναι η περίπτωση κατά την οποία το σύνδρομο Σ.Α.Π βρίσκεται εκ γενετής στον άνθρωπο, οπότε σε αυτή την περίπτωση ο άντρας ο οποίος έχει αυτό το γονίδιο είναι απλά γκαντέμης αφού αν δεν θεωρούσε απόλυτα φυσιολογικό το να περνάει την ημέρα του ξαπλωμένος σε έναν καναπέ κοιτάζοντας το ταβάνι, θα μπορούσε να γνωρίσει τις τόσες (μα τόσες) πολλές άλλες μικρές καθημερινές χαρές της ζωής….
Στο γυναικείο φύλο τώρα, το σύνδρομο Σ.Α.Π συναντάται πιο σπάνια και είναι αποτέλεσμα συνήθως ορμονικών διαταραχών. Έρευνες που είδαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, απέδειξαν ότι το γυναικείο φύλο είναι περισσότερο ανθεκτικό σε αυτή την πάθηση και οι ελάχιστες περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρξε έξαρση του φαινομένου, οι επιπτώσεις ήταν ελάχιστες και με απλή φαρμακευτική αγωγή, τα ποσοστά ίασης ήταν εκπληκτικά.
Το σύνδρομο Σ.Α.Π κυκλοφορεί δυστυχώς ανάμεσα μας. Μπορεί να το κολλήσουμε από τον διπλανό μας στο λεωφορείο, από τον καφετζή στο γραφείο, από τον γείτονα που θα δανειστούμε την ψησταριά, από τον μανάβη στην λαϊκή που θα αγοράσουμε το ζαρζαβατικό, από τα χειριστήρια του playstationπου έχει χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος πριν. Για το αντρικό φύλο ιδίως, είναι μια ύπουλη αρρώστια, ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες και στα περισσότερα μικροβιοκτόνα που κυκλοφορούν στην αγορά. Περισσότερο ύπουλη όμως είναι γιατί από την στιγμή που θα προσβληθεί κάποιος από το σύνδρομο αυτό, μπορεί να χρειαστούν από μήνες μέχρι και χρόνια έως ότου αρχικά να διαγνωστεί η πάθηση και στην συνέχεια να θεραπευτεί ο ασθενής. Οι στατιστικές δε μέχρι στιγμής είναι μάλλον απαισιόδοξες, αφού σε αντίθεση με το γυναικείο φύλο, το αντρικό αποδεικνύεται πολύ πιο ευάλωτο και με μηδαμινές σχεδόν πιθανότητες ίασης στην παραπάνω ασθένεια.
Το σύνδρομο Σ.Α.Π. κυκλοφορεί δυστυχώς ανάμεσα μας. Για τον λόγο αυτό, φίλε ποδηλάτη, φίλε λεωφορειατζή, φίλε μηχανικέ, φίλε εργοδηγέ, φίλε ρομαντικέ, φίλε ταξιτζή, φίλε μπογιατζή και κυρίως φίλε μπουφετζή, μάθε τους τρόπους προστασίας από το θανάσιμο αυτό σύνδρομο.
Να θυμάσαι ότι εάν νοσήσεις, δεν υπάρχει επιστροφή.
Έχω ένα όραμα, ότι όλα τα οράματα είναι αγνά. Η εξύψωση του φιδιού, το μήλο και η πτώση. Μην εμπιστεύεσαι μου είπαν κάποτε τους αγγέλους. Μπορεί να είναι διάβολοι μεταμφιεσμένοι. Μην εμπιστεύεσαι τους ιερωμένους. Τα λόγια τους, δεν τους κάνουν σοφούς.
Δεν υπάρχουν υποσχέσεις που μπορεί κάποιος να κρατήσει.
Το μέλλον είναι γεμάτο από μυστικά που το παρελθόν δεν μπορεί ποτέ να κρατήσει.
Το ξέρω ότι πέφτω κάτω. Κι αυτή η πορεία είναι πολύ απότομη.
Το ξέρω ότι θα χτυπήσω στο έδαφος. Είναι που είσαι τόσο ψηλά για να σε φτάσω.
Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αχαρτογράφητους ωκεανούς, ακόμα κι αν οι χάρτες λένε ότι χαθήκαμε στις θάλασσες. Μα όταν λυγίσουμε, ή όταν κομματιαστούμε...
...θα σταθείς άραγε εδώ, κοντά σε εμένα?
Εσύ είσαι ο κόσμος όλος κι εγώ είμαι ένας θεός ξέρει πόσο ανόητος. Περπάτησα την περίμετρο της υφηλίου για να γυρίσω σπίτι, σε εσένα. Βρήκα κάποια που με ξέρει καλύτερα από τον εαυτό μου. Κάποια που βλέπει μέσα από τα πανούργα ψέματα μου και με οδηγεί στην γιατρειά.
Ιδού λοιπόν οι επιλογές:
Επιλογές για να ξοδέψω ή για να ξοδευτώ μαζί τους.
Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται απόdeviantartκαι stavros_k
- There was a time... - 4 : 35 - You misunderstood. I wasn't asking for the time. I was just saying, "There was a time." - There was a time? - Mm...hm. Take brown sugar back there, for example. She's a pretty fucking foxy, right? - She's 70. If she's a day. - But there was a time...